


Bastantes años más tarde, en 2005 Mikroutsikos vuelve a grabar ambos discos, esta vez con nuevos intérpretes y en vivo. En esta nueva versión cantaron Jristos Thiveos, Giannis Koutras, Lavrentis Majeritsas y Giannis Kotsiras.
La primera canción que pongo de estos discos es Ο μαύρος θερμαστής απο το Τζιμπουτί (El fogonero negro de Yibutí), cantada por Basilis Papakonstantinou.
O μαύρος θερμαστής από το Τσιμπουτί
Ο Γουίλι ο μαύρος θερμαστής από το Τσιμπουτί
όταν από τη βάρδια του τη βραδινή σχολούσε
στην κάμαρά μου ερχότανε γελώντας να με βρει
κι ώρες πολλές για πράγματα περίεργα μου μιλούσε
Μου 'λεγε πώς καπνίζουνε στο Αλγέρι το χασίς
και στο Άντεν πώς χορεύοντας πίνουν την άσπρη σκόνη
κι έπειτα πώς φωνάζουνε και πώς μονολογούν
όταν η ζάλη μ' όνειρα περίεργα τους κυκλώνει.
Μου 'λεγε ακόμα ότι είδε αυτός μια νύχτα που 'χε πιει
πως πάνω σ' άτια κάλπαζε στην πλάτη της θαλάσσης
και πίσωθε του ετρέχανε γοργόνες με φτερά
σαν πάμε στο Αντεν μου 'λεγε κι εσύ θα δοκιμάσεις
Εγώ γλυκά του χάριζα και λάμες ξυραφιών
και του 'λεγα πως το χασίς τον άνθρωπο σκοτώνει
και τότε αυτός συνήθιζε γελώντας τρανταχτά
με το 'να χέρι του ψηλά πολύ να με σηκώνει
Μες στο τεράστιο σώμα του είχε μια αθώα καρδιά
κάποια νυχτιά μέσα στο μπαρ Ρετζίντα στη Μαρσίλια
για να φυλάξει εμένα από έναν Ισπανό
έφαγε αυτός μια αδειανή στην κεφαλή μποτίλια
Μια μέρα τον αφήσαμε στεγνό απ' τον πυρετό
πέρα στην ‘πω Ανατολή να φλέγεται να λιώνει
θεέ των μαύρων τον καλό συγχώρεσε Γουίλ
και δώσ' του εκεί που βρίσκεται λίγη απ' την άσπρη σκόνη
Willy, el fogonero negro de Yibuti.
Willy, el fogonero negro de Yibuti(1),
cuando se desocupaba de su guardia nocturna,
venía a buscarme a mi camarote, riéndose,
y me hablaba durante horas de cosas extrañas.
Me contaba cómo fuman el hachís en Algeria,
y cómo en Aden(2), bailando, toman el polvo blanco,
y luego cómo gritan y cómo hablan solos,
cuando el mareo los acecha con extraños sueños.
Me contaba también que soñó, una noche que había bebido,
que galopaba, a caballo sobre el mar,
y detrás de él corrían sirenas con alas.
- Cuando vayamos a Aden - me decía – vos también vas a probarlo.
Yo le regalaba dulces y cuchillas de afeitar,
y le decía que el hachís mata.
Entonces él solía, riendo fuertemente,
levantarme bien alto con una mano.
En su enorme cuerpo tenía un corazón inocente,
una noche en el bar “Reginda” en Marsella
por protegerme a mí de un español,
se comió él un botellazo en la cabeza.
Un día lo dejamos seco por la fiebre,
ardiendo, más allá de medio oriente.
Dios de los negros, perdoná al buen Willy,
y dale, dondequiera que esté, un poco del polvo blanco.
Dios de los negros, perdoná al buen Willy,
y dale, dondequiera que esté, un poco del polvo blanco.
Ο Γουίλι ο μαύρος θερμαστής από το Τσιμπουτί
όταν από τη βάρδια του τη βραδινή σχολούσε
στην κάμαρά μου ερχότανε γελώντας να με βρει
κι ώρες πολλές για πράγματα περίεργα μου μιλούσε
Μου 'λεγε πώς καπνίζουνε στο Αλγέρι το χασίς
και στο Άντεν πώς χορεύοντας πίνουν την άσπρη σκόνη
κι έπειτα πώς φωνάζουνε και πώς μονολογούν
όταν η ζάλη μ' όνειρα περίεργα τους κυκλώνει.
Μου 'λεγε ακόμα ότι είδε αυτός μια νύχτα που 'χε πιει
πως πάνω σ' άτια κάλπαζε στην πλάτη της θαλάσσης
και πίσωθε του ετρέχανε γοργόνες με φτερά
σαν πάμε στο Αντεν μου 'λεγε κι εσύ θα δοκιμάσεις
Εγώ γλυκά του χάριζα και λάμες ξυραφιών
και του 'λεγα πως το χασίς τον άνθρωπο σκοτώνει
και τότε αυτός συνήθιζε γελώντας τρανταχτά
με το 'να χέρι του ψηλά πολύ να με σηκώνει
Μες στο τεράστιο σώμα του είχε μια αθώα καρδιά
κάποια νυχτιά μέσα στο μπαρ Ρετζίντα στη Μαρσίλια
για να φυλάξει εμένα από έναν Ισπανό
έφαγε αυτός μια αδειανή στην κεφαλή μποτίλια
Μια μέρα τον αφήσαμε στεγνό απ' τον πυρετό
πέρα στην ‘πω Ανατολή να φλέγεται να λιώνει
θεέ των μαύρων τον καλό συγχώρεσε Γουίλ
και δώσ' του εκεί που βρίσκεται λίγη απ' την άσπρη σκόνη
Willy, el fogonero negro de Yibuti.
Willy, el fogonero negro de Yibuti(1),
cuando se desocupaba de su guardia nocturna,
venía a buscarme a mi camarote, riéndose,
y me hablaba durante horas de cosas extrañas.
Me contaba cómo fuman el hachís en Algeria,
y cómo en Aden(2), bailando, toman el polvo blanco,
y luego cómo gritan y cómo hablan solos,
cuando el mareo los acecha con extraños sueños.
Me contaba también que soñó, una noche que había bebido,
que galopaba, a caballo sobre el mar,
y detrás de él corrían sirenas con alas.
- Cuando vayamos a Aden - me decía – vos también vas a probarlo.
Yo le regalaba dulces y cuchillas de afeitar,
y le decía que el hachís mata.
Entonces él solía, riendo fuertemente,
levantarme bien alto con una mano.
En su enorme cuerpo tenía un corazón inocente,
una noche en el bar “Reginda” en Marsella
por protegerme a mí de un español,
se comió él un botellazo en la cabeza.
Un día lo dejamos seco por la fiebre,
ardiendo, más allá de medio oriente.
Dios de los negros, perdoná al buen Willy,
y dale, dondequiera que esté, un poco del polvo blanco.
Dios de los negros, perdoná al buen Willy,
y dale, dondequiera que esté, un poco del polvo blanco.
(1) Yibuti: país ubicado al este de África.
(2)- Aden: Golfo que separa Yibuti de Yemen. También es una ciudad este país.
(2)- Aden: Golfo que separa Yibuti de Yemen. También es una ciudad este país.
Escuchar y leer traducción de A bord de l'Aspasia
No hay comentarios:
Publicar un comentario