viernes, 9 de julio de 2010

Mikroutsikos - Kavvadias IV


Otra de las historias de Kavvadías musicalizadas por Mikroutsikos. En este caso el relato nos cuenta la particular historia de un cuchillo africano que hace que su poseedor ataque con él a alguna persona querida. Me recuerda en algo a "El encuentro" de Borges, relato en el cual también son los cuchillos los que rigen los destinos de sus poseedores.
Van dos versiones, la primera cantada por Vasilis Papakonstantinou y la segunda por Mikroutsikos en piano y voz.





Ένα Μαχαίρι

Απάνω μου έχω πάντοτε στη ζώνη μου σφιγμένο
ένα παλιό αφρικάνικο ατσάλινο μαχαίρι
-όπως αυτά που συνηθούν και παίζουν οι αραπάδες-
που από έναν γέρο έμπορο αγόρασα στ' Αλγέρι.

Θυμάμαι, ως τώρα να 'τανε, το γέρο παλαιοπώλη,
όπου έμοιαζε με μια παλιά ελαιγραφία του Γκόγια,
ορθόν πλάι σε μακριά σπαθιά και σε στολές σχισμένες,
να λέει με μια βραχνή φωνή τα παρακάτου λόγια:

«Ετούτο το μαχαίρι, εδώ, που θέλεις ν' αγοράσεις
με ιστορίες αλλόκοτες ο θρύλος το 'χει ζώσει,
κι όλοι το ξέρουν πως αυτοί που κάποια φορά το 'χαν,
καθένας κάποιον άνθρωπο δικό του έχει σκοτώσει.

Ο Δον Μπαζίλιο σκότωσε μ' αυτό τη Δόνα Τζούλια,
την όμορφη γυναίκα του γιατί τον απατούσε.
ο Κόντε Αντόνιο, μια βραδιά, τον δύστυχο αδελφό του
με το μαχαίρι τούτο εδώ κρυφά δολοφονούσε.

Ένας αράπης τη μικρή ερωμένη του από ζήλεια
και κάποιος ναύτης Ιταλός ένα Γραικό λοστρόμο.
Χέρι με χέρι ξέπεσε και στα δικά μου χέρια.
Πολλά έχουν δει τα μάτια μου, μα αυτό μου φέρνει τρόμο.

Σκύψε και δες το, μια άγκυρα κι ένα οικόσημο έχει,
είναι αλαφρύ για πιάσε το δεν πάει ούτε ένα κουάρτο,
μα εγώ θα σε συμβούλευα κάτι άλλο ν' αγοράσεις.»
-Πόσο έχει; - Μόνο φράγκα εφτά. Αφού το θέλεις πάρ΄το.

Ένα στιλέτο έχω μικρό στη ζώνη μου σφιγμένο,
που η ιδιοτροπία μ' έκαμε και το 'καμα δικό μου,
κι αφού κανένα δε μισώ στον κόσμο να σκοτώσω,
φοβάμαι μη καμιά φορά το στρέψω στον εαυτό μου...


Un cuchillo

Siempre llevo atado a mi cinturón
un viejo cuchillo africano de acero
como esos que suelen llevar los negros.
Se lo compré a un viejo mercader en Argelia.

Recuerdo al viejo comerciante como si fuera hoy mismo,
parecía salido de un óleo de Goya,
de pie, al lado de largas espadas y uniformes desgarrados,
diciendo con una voz ronca  las siguientes palabras:

“Este cuchillo que querés comprar
la leyenda lo ha salvado con extrañas historias,
Y todos saben que quienes alguna vez lo tuvieron,
han matado a alguna persona querida.

Don Brasilio mató con el a doña Julia,
su bella mujer, porque lo traicionaba.
El conde Antonio, una tarde, a su pobre hermano,
con este cuchillo asesinó a escondidas.

Un negro, por celos, a su pequeña amante;
y un marinero italiano a un contramaestre griego.
Pasando de mano en mano ha llegado hasta las mías;
muchas cosas han visto mis ojos, pero esto me da terror.

Inclinate, miralo, todavía tiene un ancla y un escudo,
agarralo, es liviano, no pesa ni un cuarto,
pero yo te aconsejaría que compraras alguna otra cosa”
¿Cuánto cuesta? - sólo siete francos, si lo querés, agarralo.

Un pequeño cuchillo llevo atado a mi cinturón,
por capricho lo quise y lo hice mío,
y como no odio a nadie en el mundo como para matarlo,
temo apuntarlo, alguna vez, contra mí mismo